Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015 06:56

Iron Maiden - The Book Of Souls (Parlophone, 2015)

Written by 

Για πρώτη φορά μετά το Brave New World του 2000, η ακρόαση του νέου δίσκου των Iron Maiden είχε καίρια επίδραση στη διαμόρφωση του ελεύθερου χρόνου μου. Παραδείγματος χάριν, με ανάγκασε χάριν αμεσότερης σύγκρισης να ξανακούσω (πιθανότατα για 4η φορά συνολικά από τη μέρα που κυκλοφόρησε, δε νομίζω παραπάνω) το προηγούμενο άλμπουμ τους, το “λίγο” The Final Frontier, γνωστό ως και το άλμπουμ που κυκλοφόρησε ακόμη και στα περίπτερα σε “ειδική έκδοση για την Ελλάδα”, ένα από τα χειρότερα άλμπουμ (ή, όπως οι φανς θα λέγαμε σε άλλες, αγνότερες εποχές, “τα λιγότερο καλά”) της εποχής Dickinson, νέας και πρότερης. Μάλλον το είχα αδικήσει τότε κάπως, διότι οι νέες ακροάσεις φανέρωσαν μία μπάντα που προσπαθεί, αλλά, μεταξύ μας, δεν επιθυμεί τόσο να ξεφύγει από τα στεγανά και τις τυποποιήσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Για να τα λέμε όλα, επιστρατεύει κάποιες ενδιαφέρουσες μελωδίες και ορισμένες τολμηρές (για την μπάντα πάντα) περίτεχνες δομές, αλλά δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει τις αρετές αυτές ώστε να επιτύχει την πεμπτουσία ενός άλμπουμ: να δημιουργήσει έναν δίσκο που θα προκαλεί το ενδιαφέρον ως σύνολο και θα ακούγεται απνευστί - και οπωσδήποτε περισσότερες φορές από τις 4 που κατάφερε ο γράφων ως την στιγμή που καταχωρεί αυτές τις λέξεις στον κειμενογράφο του, χωρίς την έγνοια του skip να περιφέρεται στο μυαλό του ακροατή μετά από τα πρώτα 4-5 τραγούδια.

Αρκετές λέξεις σπατάλησα για το The Final Frontier, έτσι επιστρέφω άμεσα στο Book Of Souls και του αναγνωρίζω πως κατάφερε κάτι σαφώς σημαντικότερο από την ακρόαση ενός μέτριου παλαιότερου άλμπουμ: με έκανε να αισθάνομαι την έλλειψή του και να το αναζητώ, πρακτικά, κατ’ αποκλειστικότητα και στις στιγμές που δεν καθόμουν μπροστά από το laptop μου με σκοπό να γράψω πέντε σχετικές αράδες τη φορά, όπως αυτές που διαβάζετε τώρα. “Τόσο καλό άλμπουμ;”, θα αναρωτιέστε εύλογα. Περίπου έτσι είναι τα πράγματα, με ένα ισχυρό touch προσωπικής επιβράβευσης μιας αγάπης που βρήκε ουσιαστική αμφίδρομη επιβεβαίωση για πρώτη φορά μετά από 15 ολόκληρα χρόνια.

Ο δίσκος αρχίζει και τελειώνει με δύο κομμάτια που γράφτηκαν εξ ολοκλήρου από τον Bruce Dickinson. Fun fact: από το μακρινό 1990 και το Bring Your Daughter ...To The Slaughter του No Prayer For The Dying είχε να μπει σε δίσκο των Iron Maiden τραγούδι αποκλειστικής σύνθεσης Dickinson - και σε αυτόν τον δίσκο έχουμε δύο! Ο πολυτάλαντος frontman έχει έκτοτε κυκλοφορήσει προσωπικούς δίσκους, κυρίως σε συνεργασία με τον Μίδα Roy Z, κοντά στον οποίο είναι φανερό πως κέρδισε συνθετικά. Η ροπή του προς τη μελωδία διαφαίνεται και στα δύο αυτά κομμάτια. Το μεν εναρκτήριο If Eternity Should Fail αποτελεί ιδανικό opener, στην παράδοση που εγκαινίασε το Sign Of The Cross στο X Factor αλλά δεν υιοθετήθηκε στους επόμενους δίσκους: ήρεμη εισαγωγή, groovy βάση και ένα υπέροχο κολλητικό ρεφρέν, απλωμένα σε 9 λεπτά (πάνω-κάτω). Το κλείσιμο, δε, με το Empire Of The Clouds - πλέον το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι τους - μπορεί να μην πλησιάζει σε μεγαλοπρέπεια το Rime Of The Ancient Mariner, αλλά διεκδικεί τη θέση του μεταξύ των μεγάλων αριστουργημάτων τους: ο βασικός του κορμός διαφοροποιείται σημαντικά από τον μεγαλύτερο όγκο της τραγουδοποιίας των Maiden (ο Dickinson στήριξε το κομμάτι στο πιάνο και μάλιστα σε δική του εκτέλεση), τα 18 λεπτά του ρέουν ομαλότατα με εναλλαγές σε ρυθμούς και διαθέσεις, ενώ στιχουργικά δίνει την αφορμή για την απαραίτητη ιστορική μελέτη καθώς αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός που έδωσε οριστικό τέλος στην ανάπτυξη της Βρετανικής αεροπλοΐας το 1930. Πιλότος ο ίδιος, Air Raid Siren το παρατσούκλι που του φόρτωσαν από την αρχή της θητείας του στους Maiden, όλα ταιριάζουν κάπως. Χωρίς να κακοκαρδίσουμε τον ηγήτορα Steve Harris, σε αυτό το άλμπουμ ξεχωρίζει ο Dickinson, και με τις συνθέσεις του και με την ψυχωμένη ερμηνεία του (κι ας ήξερε ήδη όταν  ηχογραφούσε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την υγεία του).

Η εμμονή του Harris με τις μεγάλες και χαμηλόφωνες εισαγωγές/αποφωνήσεις - που στο πρόσφατο παρελθόν κούραζαν, όχι εξαιτίας του μεγέθους όσο εξαιτίας του πατρόν που προκύπτει από την συνεχή επανάληψη - και τα, συνήθως χωρίς να συντρέχει σοβαρός δημιουργικός λόγος, μεγάλης διάρκειας κομμάτια υπάρχει και εδώ. Αυτή η εμμονή εκφράζεται σαφώς πιο μετρημένα και ορεξάτα - και αρκεί η δεύτερη, λιγότερο biased ακρόαση για να αποκαλύψει την ποιοτική “εκδίκηση” του αρχηγού. Παραδείγματος χάριν, ενώ το The Great Unknown αποτελεί το filler του άλμπουμ και χαρακτηριστικό παράδειγμα της “συνταγής” που εδώ πετυχαίνει μόνο μερικώς, με το The Red And The Black (όχι διασκευή σε Blue Oyster Cult) που ακολουθεί, τα πράγματα έρχονται να κουμπώσουν όπως πρέπει. Μέσα σε 13,5 λεπτά εναλλάσσονται αχόρταγα οι απολαυστικές riffο- ιδέες του Harris (μεταξύ αυτών - ΦΑΓΩΘΗΚΑΤΕ! - και ένα δάνειο από ένα συγκεκριμένο κομμάτι των Uriah Heep από το 1998), ένα κομμάτι με υμνική διάθεση που υπό κανονικές συνθήκες θα πρέπει να μείνει κλασικό. Αντίστοιχα, το κομμάτι που έδωσε τον τίτλο του στο άλμπουμ κινείται σε mid-tempo ρυθμούς με βάση 2-3 riffs που δεν θα τα απέδιδες σε οποιονδήποτε άλλο από τους Maiden, για να εξελιχτεί σε ένα τετράλεπτο κρεσέντο με αιχμή του δόρατος τα σόλο των Smith/Murray/Gers.

Το Death Or Glory, με φωνητικές γραμμές στη γέφυρα που σίγουρα θα σας θυμίσουν αυτές του Never Say Die (Black Sabbath), επιβεβαιώνει την ‘70s-metal υφής μαγιά με την οποία έχουν πλαστεί τα μικρότερα κομμάτια του δίσκου (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρώτο single, Speed Of Light, το οποίο, μέχρι να μπει το trademark riff της γέφυρας, θα μπορούσε να λάβει θέση σε οποιοδήποτε άλμπουμ των Deep Purple). Στην ίδια εποχή παραπέμπει και ένα από τα λαμπρότερα σημεία του άλμπουμ: το mid-tempo Tears Of A Clown, το οποίο αναφέρεται, χωρίς να κατονομάζει, στην σκοτεινότερη περίοδο της ζωής του κωμικού Robin Williams που οδήγησε και στην αυτοκτονία του, περιλαμβάνει ομοίως σκοτεινά και δωρικά, ατμοσφαιρικά riff. Πιθανώς να πανηγυρίζαμε αν οποιοδήποτε άλλο συγκρότημα έβγαζε τραγούδι όπως το Shadows Of The Valley: προσεγμένο με παραδοσιακή δομή, όμορφες μελωδικές γραμμές και τις απαραίτητες αναφορές στο παρελθόν του ήχου. Εδώ απλώς επικροτούμε και αναμένουμε την συναυλιακή απόδοσή του.

Υπήρξε μια περίοδος που το metal τύπου Maiden θεωρούταν, για τα δεδομένα της εποχής, “επικίνδυνο”. Αντίθετα, βέβαια, με όσα του καταμαρτυρούσαν, δεν θα έστελνε τον κόσμο στο πυρ το εξώτερο, ούτε θα διακορεύονταν αθώες κορασίδες υπό τους ήχους του, ούτε θα ωθούσε μαζικά τη νεολαία πιο κοντά στον Σκοτεινό Άρχοντα όπως πίστευαν οι συντηρητικοί της εποχής. Η παγκόσμια κοινότητα είχε, όπως φαίνεται, μεγαλύτερα και σημαντικότερα προβλήματα που γιγαντώθηκαν με το πέρασμα των ετών. Επίσης, σύμφωνα με μία διάσημη ρήση, αρκεί να περάσουν κάποια χρόνια ώστε ο προοδευτικός να γίνει συντηρητικός - απλώς και μόνο επειδή οι προοδευτικές ιδέες της νεότερης εποχής θα τον έχουν ξεπεράσει. Υπό αυτό το πρίσμα, έχει να προσφέρει κάτι το Book Of Souls στο σύγχρονο heavy metal, όσο καλό και αν είναι (που είναι); Θα φέρει νέους οπαδούς, θα επηρεάσει νέες μπάντες; Πιθανότατα και αναμενόμενα όχι. Κανείς άλλωστε δεν περιμένει από τους Iron Maiden να ανανεώσουν το είδος μετά από 35 χρόνια δισκογραφίας. Θεωρητικά, θα τους έπαιρνε να το κάνουν: άλλωστε εδώ και 30 χρόνια αποτελούν μία από τις πλέον προσοδοφόρες επιχειρήσεις της μουσικής βιομηχανίας - δεν είναι κακό αυτό - και θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ακόμη και ένα κενό LP μόνο με το όνομά τους ώστε να συντηρηθεί το μέγα πλήθος κόσμου που βγάζει τον επιούσιο άρτο δουλεύοντας για αυτούς. Πρακτικά, you can’t teach an old dog new tricks, λένε στο χωριό μου. Παρ’ όλα αυτά, ως άλμπουμ αποτελεί ένα άψογο δείγμα μίας μπάντας που, χωρίς να κάνει κάτι δραστικά διαφορετικό και διατηρώντας το trademark στυλ της, έλυσε για λίγο τη ζώνη ασφαλείας, βγήκε από τη συντήρηση (pun intended) και πρόσφερε νέο υλικό που, από τη μία πνέει ανάσες φρεσκάδας, από την άλλη δίνει αφορμή και κίνητρο στους οπαδούς για να παραστούν μαζικά στα επόμενα live και να ακούσουν, μαζί με τα αναπόφευκτα αλλά αγαπημένα classics, κάποια εξαιρετικά νέα κομμάτια που πιθανότατα δεν θα ξανακουστούν ποτέ ζωντανά μετά το πέρας της περιοδείας προώθησης του δίσκου. Το Book Of Souls συνεχίζει την πορεία της σπουδαιότατης (τι λιτός χαρακτηρισμός…) metal μπάντας με αξιοπρέπεια και σεβασμό στους οπαδούς της, στην ιστορία και την υστεροφημία της.

 

8/10

Μιχάλης Κουρής

 

 

Για τον Μιχάλη Κουρή καλύτερα από οποιονδήποτε μιλάνε τα σημειώματα στο ψυγείο του: "Δεν πεινάω δεν πεινάω" "Να έρχεσαι κάθε πέντε λεπτά να με βλέπεις" "Μην πίνεις άλλο" "Δεν μπορείς να πας σε όλα τα live". Ακούει τα πάντα και δεν εννοεί "ακούω ραδιόφωνο" - στον ελεύθερό του χρόνο είναι αφουγκραστής των συμπαθών ζώων σε ζωολογικό κήπο του εξωτερικού που εύλογα επιθυμεί να παραμείνει μυστικός.

Website: www.soundgaze.gr

Media

Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα