Print this page
Πέμπτη, 01 Απριλίου 2021 21:00

Local Jams 22: Black Soul Horde / 10 Code / Honeybadger

Written by 

Με δεδομένο πως οι συναυλίες εδώ και ένα χρόνο είναι πρακτικά ανύπαρκτες, οι μουσικοί και τα συγκροτήματα είναι αναγκασμένοι να αναζητήσουν εναλλακτικές διόδους ώστε να φτάσουν οι νέες κυκλοφορίες τους στο ακροατήριο καθώς η ζωντανή παρουσίαση τους είναι πλέον αδύνατη. Παρακάτω δίνουμε το βήμα σε τρεις περσινές εγχώριες κυκλοφορίες από το ευρύτερο φάσμα του σκληρού ήχου. 

 

Black Soul Horde – Land Of Demise (self release, 2020)

 

Μια μπάντα που δισκογραφεί μετά από 7 χρόνια (5 αν υπολογίσουμε το split τους με τους Dexter Ward) θεωρούμε ότι έχει να προσφέρει στην εγχώρια παραγωγή αλλά κυρίως στον ίδιο της τον εαυτό. Διότι θα ήταν κρίμα για οποιουσδήποτε λόγους τα κομμάτια που απαρτίζουν το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Black Soul Horde να έμεναν για πάντα καταχωνιασμένα στα συρτάρια του Δημήτρη Κότση (φωνή, γνωστού από τους Mahakala και βέβαια από την γενικότερη ενεργή ενασχόλησή του με την εγχώρια σκηνή) και του Γιάννη Τσιακόπουλου (κιθάρες, μπάσο, νυν στους Night Resident & Speedblow) - ή, στην καλύτερη περίπτωση, να αποκαλύπτονταν στο ευρύ κοινό πολλά χρόνια μετά (αν και, εδώ που τα λέμε, αυτό θα τους έφερνε πιθανότατα στο επίπεδο του "cult μύθου που αδικήθηκε στην εποχή του κτλ κτλ" - προσθέστε όσα κτλ θέλετε, με το hype που "προβλέπεται" σε αυτές τις περιπτώσεις).

Το νεότερο άλμπουμ τους, Land Of Demise, δεν παρεκκλίνει στην ουσία του από το ντεμπούτο τους, αλλά απευθύνεται πλέον περισσότερο στην εποχή του, εννοείται με πανταχού παρούσες τις άμεσες παραπομπές στο παρελθόν του κλασικού heavy/power με επικές συνιστώσες της δοξασμένης δεκαετίας του ‘80. Γενικώς το άλμπουμ προτιμά την κατά μέτωπο επίθεση, κάτι που καταλαβαίνει κανείς περισσότερο με το αδίστακτο ποδοβολητό των drums του Βασίλη Νάνου (ας συγκρατήσουμε το όνομα, οφείλει να μνημονευτεί η απόδοσή και ο ήχος του κι ας μην είναι μόνιμο μέλος) και φυσικά τα περιποιημένα κιθαριστικά σόλι του Κώστα Παπασπύρου (ομόσταβλου του Τσιακόπουλου στους Night Resident και στους Speedblow).

Προσκυνά κυρίως την Βρετανική (New Wave Of British Heavy Metal το λένε και - νομίζεις ότι – είναι απλό να το γράψεις και να το παίξεις καλά) και την Αμερικάνική σχολή (π.χ. Manilla Road βεβαίως, ειδικά στα φωνητικά, και Jag Panzer στα πιο σύγχρονα άλμπουμ τους). Όμως περνάνε πολύ συχνά και, θα έλεγε κανείς, αναπόφευκτα από τους Judas Priest όπως τους μετέγγραψαν σκληρότερα συγκροτήματα τύπου Primal Fear, ιδίως στις μελωδίες των ρεφρέν – χαρακτηριστικά παραδείγματα τα εναρκτήρια Stone Giants και Into The Badlands.

Το συγκέρασμα αυτών των επιρροών αντικατοπτρίζεται στη νοοτροπία δημιουργίας των συνθέσεων, οι οποίες είναι ουσιαστικές, χωρίς περιττά λιπαρά αλλά γεμάτες σίδηρο και μεταλλική ενέργεια. Τα κομμάτια διαρκούν κάτω από 5 λεπτά, έτσι  τα μουσικά νοήματα εκφράζονται πυκνότερα και πιο στοχευμένα και, κυρίως, το ενδιαφέρον κατά την ακρόαση παραμένει αμείωτο σε όλη τη διάρκεια του δίσκου. Θέλετε τίποτα άλλο από το metal σας;

Αν προτιμήσετε την έκδοση σε CD (τη δεύτερη, καθώς η πρώτη εξαντλήθηκε), θα βρείτε εντός της περισσότερο υλικό της μπάντας, από τη συνεισφορά τους στο split με Dexter Ward ως ένα bonus track από το ντεμπούτο και ολόκληρο το πιο πρόσφατο ακουστικό ΕΡ A Lonely Road, τα οποία ανακεφαλαιώνουν την τρέχουσα εικόνα των Black Soul Horde.

Όσοι ξεροσταλιάζουν κάθε χρόνο έξω από τα (ψηφιακά πλέον) εκδοτήρια για να προμηθεύουν τα πρώτα εισιτήρια του Up The Hammers, αλλά και γενικώς όσοι δεν απορρίπτουν από τα ακούσματα τους έναν καλοπαιγμένο metal δίσκο παλαιάς κοπής, επιβάλλεται να απολαύσουν το Land Of Demise στα ηχοσυστήματα τους - και λογικά αρκετοί από αυτούς το κάνουν ήδη.

 

 

 10 Code - Ride (Self Release, 2020)

 

Για τους Αθηναίους 10 Code το πρόσφατο Ride αποτελεί την τρίτη κανονική κυκλοφορία στη σχεδόν δεκαετή διαδρομή τους, καθώς είχαν προηγηθεί το The Connection EP (2013) και το άλμπουμ Swiftlets (το είχαμε φιλοξενήσει και αυτό σε αυτή τη στήλη) τρία χρόνια αργότερα.

Η παρούσα επιστροφή τους βρίσκει να κινούνται στο ίδιο ηχητικό πλαίσιο, έχοντας ως σταθερή αναφορά τον εναλλακτικό κιθαριστικό ήχο των 90s και δεδομένη την αγάπη για το grunge και το heavy rock, με το δεύτερο να κερδίζει λίγο περισσότερο χώρο σε σύγκριση με το ντεμπούτο τους. Στις συνθέσεις τους διακρίνεις αλλού το πνεύμα των Foo Fighters (Ride) και των Alice In Chains (Inside Your Head) και αλλού αυτό των QOTSA (All On Me). Φροντίζουν ωστόσο να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στα δυο προαναφερθέντα μουσικά ρεύματα που έτσι κι αλλιώς είχαν ανέκαθεν συγγενική σχέση.

Στο συνθετικό σκέλος η φόρμουλα δεν έχει μεταβληθεί, σχεδόν πάντα υπάρχει ένα riff που λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη για την εξέλιξη του κομματιού, με την μπάντα να επενδύει στα “γκάζια” και τους γρήγορους ρυθμούς στην πλειοψηφία των περιπτώσεων (I Rule the World, Let Go, Be Nothing).

Σε σχέση με το ντεμπούτο τους, οι 10 Code παρουσιάζονται ένα βήμα μπροστά σε όλους τους τομείς, από την παραγωγή (υπεύθυνος για αυτή ο Γιάννης Βούλγαρης) και τα παιξίματα μέχρι την ποιότητα των συνθέσεων. Το Ride είναι σφιχτό, ταχύ, με σωστή διάρκεια και λίγη περισσότερη ποικιλία σε σύγκριση με το Swiftlets και σίγουρα δεν σε αφήνει με κανένα παράπονο.

 

Honeybadger – Pleasure Delayer (Made Of Stone Recordings, 2020)

 

Παραμένουμε στην πρωτεύουσα για άλλο ένα σχετικά φρέσκο σχήμα. Οι Honeybadger δραστηριοποιούνται μουσικά από το 2014, εμφανίστηκαν στη δισκογραφία με το EP The Rain το 2017 και πριν λίγους μήνες παρουσίασαν την πρώτη τους ολοκληρωμένη κυκλοφορία με τίτλο Pleasure Delayer. Όσοι έχουν τύχει να τους δουν ζωντανά (στην προ Covid εποχή προφανώς) σε κάποια από τις τακτικές εμφανίσεις τους ξέρουν καλά περί τίνος πρόκειται, για τους υπολοίπους να πούμε πως το γκρουπ κινείται στους χώρους του ορθόδοξου heavy rock, χωρίς να ξεμακραίνει στιγμή.

Εντός του Pleasure Delayer θα βρείτε συνθέσεις που τιμούν την τεχνοτροπία των Clutch και σέβονται την παρακαταθήκη των κύριων εκπροσώπων του ήχου. Εν ολίγοις, βαριά riff, φωνητικά στο στυλ του Neil Fallon, mid-tempo τραγουδοποιία και ό,τι αναμένεις να ακούσεις σε ένα heavy rock δίσκο. Οι επαναλαμβανόμενες ακροάσεις ανέδειξαν ως πιο ξεχωριστές και αντιπροσωπευτικές συνθέσεις τα That Feel, The Wolf και Holler, ενώ οφείλει να αποδοθεί έξτρα credit στη μπάντα για την αναφορά στο Lynch-ικό σύμπαν μέσω του κομματιού Laura Palmer.

Οι Honeybadger έχουν εμφανή προσόντα (με πρώτο και κυριότερο το καλό παίξιμο), όμως θα θέλαμε να διακρίνουμε λίγο περισσότερο το δικό τους στίγμα στο υλικό. Βεβαίως το συγκρότημα βρίσκεται μόλις στο ντεμπούτο του, οπότε αξίζει της επιείκειας μας και της προσοχής μας για το μέλλον.

Κείμενα: Μιχάλης Κουρής (Black Soul Horde), Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος (10 Code, Honeybadger)

Soundgaze team

Fix your gaze on music!

Latest from Soundgaze team

Related items