Print this page
Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018 16:03

Record Shuffle #18: Michael Nau & The Mighty Thread, Tunng, Sons of Bill, The Ramona Flowers, RVG

Written by 

Michael Nau & The Mighty Thread - Michael Nau & The Mighty Thread (Full Time Hobby, 2018)

Τα περυσινά Some Twist και The Load EP μας έδειξαν ότι η μουσική ιστορία του Michael Nau επρόκειτο να έχει ενδιαφέρουσα συνέχεια. Η επιβεβαίωση έρχεται επισήμως στις 3 Αυγούστου με το Michael Nau & The Mighty Thread, μόνο που δεν καταφθάνει μόνη της, αλλά συνοδεύεται από μια έκπληξη. Αυτή έχει να κάνει με το ότι το νέο άλμπουμ του συνθέτη και πολυοργανίστα από το Maryland δεν είναι προσωπική του υπόθεση, αλλά δημιούργημα μιας εννεαμελούς μπάντας. Η παραγωγή του Nau και του φίλου του κιθαρίστα Benny Yurco αποπνέει σαφώς αίσθηση του laid back ένδοξου παρελθόντος, αφού βασίζεται σε μια λίγο - πολύ φιλοσοφία ζωντανής ηχογράφησης. Αυτή έλαβε χώρα στο μικρό διαμέρισμα του Yurco, που βρίσκεται στο Burlington του Vermont, με τα ντραμς και το μπάσο να παίζουν στην κρεβατοκάμαρα, τον ενισχυτή της κιθάρας να βρίσκεται στο μπάνιο, τα φωνητικά του Nau και το πιάνο να ηχογραφούνται στο σαλονάκι και το βιμπράφωνο στην κουζίνα! Το αποτέλεσμα ενθουσίασε τόσο τα μέλη της μπάντας, που δε δίστασαν να χαρακτηρίσουν τα τραγούδια ως «λόγο για να περάσουν μεγάλο μερος της ζωής τους σε ένα βαν αβεβαιότητας».

Κι αν εύλογα αναρωτιέστε σχετικά με το πώς μπορεί να ακούγονται αυτά τα τραγούδια, καλό θα είναι να έχετε υπόψη ότι σχοινοβατούν μεταξύ ανεξάρτητης pop και rock, έχοντας σταθερά στραμμένο το βλέμμα προς τις περασμένες δεκαετίες. Το Less Than Positive (μην πιστέψετε τον τίτλο του), αν και εισαγωγικό του δίσκου, ηχογραφήθηκε τελευταίο. Και μάλιστα στη σπειροειδή σκάλα που οδηγεί στο διαμέρισμα του Yurco, χωρίς κανένα σχεδόν overdubbing και με εμφανή αύρα από τα 80’s. Το On Ice, που έχει έντονη την ξεχασμένη ευχάριστη πνοή που μπορούν να αποδώσουν τα πλήκτρα, θυμίζει την ξεγνοιασιά του Al Stewart. Επιρροές από την ίδια δεκαετία γίνονται επίσης εμφανείς στο Shadow On, που θυμίζει τους Sniff ‘n’ the Tears του Looking for You, στο Funny in Real Life που κρύβει κάτι από τους Tindersticks και στο When που φέρνει στο νου τους Paul Roland και Howe Gelb. Η οπτική του τελευταίου γίνεται αντιληπτή και στο Smudge, με το οποίο σίγουρα θα χαμογελάσει περήφανα και ο Mark Knopfler. Υπάρχει όμως και κλίμα από τα 70’s στο Far the Far με το υπέροχο μπάσο και στο What's a Loon που αγγίζει τους Commodores, ενώ οι δύο παραπάνω δεκαετίες γεφυρώνονται στο Can't Take One, όπου συνυπάρχουν οι Velvet Underground και οι Yo La Tengo.

 

Tunng – Songs You Make at Night (Full Time Hobby, 2018)

Πέρασαν κιόλας έντεκα χρόνια μέχρι οι Tunng να ξαναγίνουν Tunng! Θέλω να πω, μέχρι να ξαναηχογραφήσουν με την αρχική τους σύνθεση, που είχαμε να ακούσουμε από το Good Arrows. Οι περισσότεροι από εσάς γνωρίζετε τι μεσολάβησε στο ενδιάμεσο, κι αυτό δεν το λές καθόλου ανάξιο λόγου. Η παρέα των Sam Genders και Mike Lindsay, που μπορεί να είναι περήφανη για το είδος της folktronica που υποστηρίζει με την έμπνευσή της, από τότε έγινε πιο γνωστή στο κοινό από τις διασκευές της σε τραγούδια των Tim Buckley και Bloc Party, καθώς και από εμφανίσεις της σε διάφορα φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και το Wood Festival στο Oxfordshire, όπου ήταν headliner. Επίσης, λόγω της συμμετοχής του Lindsay στο side project των LUMP μαζί με τη Laura Marling, η οποία πέρυσι ξεχώρισε με το Semper Femina. Η Βρετανική μπάντα, λοιπόν, που αφετηριακά εμπνέεται από τη folk, νοσταλγεί το παρελθόν της και, αφήνοντας κατά μέρος τους ήχους από διάφορα ιδιότυπα μουσικά όργανα, επανερχεται στις ρίζες της, μέσα από ταξιδιάρικους ακουστικούς και ηλεκτρονικούς ήχους. Μάλιστα, στην περίπτωση του Songs You Make at Night, η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι οι ηλεκτρονικές επιρροές είναι -ευτυχώς- μεγαλύτερες από όσες περιμέναμε. Με άλλα λόγια,  folktronica, με τη «ζυγαριά» να γέρνει σαφώς προς το δεύτερο συστατικό.  

Σύμφωνα με τους δημιουργούς τους, τα τραγούδια είναι αποτυπώσεις των συναισθημάτων που δημιουργούνται κατά το πέρασμα από τη νύχτα στην ημέρα. Ο ίδιος, μάλιστα ο Lindsay, που υπογράφει και την παραγωγή, είπε σε συνέντευξή του ότι η λέξη “songs” στον τίτλο δεν πρέπει να ερμηνεύεται μόνο κυριολεκτικά, αλλά να περιλαμβάνει και τα όνειρα, την κρεβατομουρμούρα, τις πράξεις, τις αποφάσεις και γενικά, κάθε τι που μπορεί να σε κρατήσει ξύπνιο τη νύχτα. Το πρώτο single ABOP αποτελεί ένα χαρακτηριστικό folk-pop δείγμα της νέας τους δουλειάς, που δεν κρύβει την αγάπη του για την ηλεκτρονική κληρονομιά των Art of Noise και των Propaganda. Οι δρόμοι του Dream In ακούγονται παράλληλοι με εκείνους των Liima, ενώ το υπέροχο κατευθείαν από τη δεκαετία του ’80 Dark Heart έχει όλα τα εχέγυα της electropop των Camouflage και των Depeche Mode. Το «πέρασμα» στην arty πλευρά της pop γίνεται με το Sleepwalking που θυμίζει τον Peter Gabriel του So (ξέρετε εσείς από ποια δεκαετία), και από το επιβλητικό Like Water. Το Dream Out συνεχίζει την ιστορία ακριβώς από εκεί όπου την άφησε το προηγούμενο τραγούδι, μόνο που παίρνει ένα ελαφρώς ψυχεδελικό μονοπάτι, όπως επίσης γίνεται και στο Evaporate. Κι αν απορείτε με το πού κρύβεται η folk κληρονομιά τους, τότε μην προσπεράσετε το γλυκό και ευαίσθητο Crow, αλλά και το Battlefront, που θα σας μεταφέρουν στα ανυπέρβλητα ηχοτοπία των Kings of Convenience

 

Sons of Bill – Oh God Ma’am (Loose, 2018)

Ενώ άκουγα τις δέκα συνθέσεις του πέμπτου δίσκου των Sons of Bill, θυμήθηκα ένα τραγούδι από το προηγούμενο άλμπουμ τους, το Love and Logic, που μου είχε κάνει εντύπωση. Μιλώ για το Lost in the Cosmos, που ήταν αφιερωμένο στον αγαπημένο μου και πολύ πρόωρα χαμένο τραγουδοποιό Chris Bell. Όσοι δεν τους γνωρίζετε, μη φανταστείτε ότι η μπάντα από το Charlottesville παίζει μουσική εμφανώς επηρεασμένη από τα 60s και 70s, λόγω της εκδηλωμένης εκτίμησής της προς τον Chris. Βέβαια, στο Oh God Ma’am, πέρα από την όλη υφέρπουσα 60s ατμόσφαιρα και την εξαίρεση του Sweeter, Sadder, Farther Away, που τη φέρνει σε πρώτο πλάνο θυμίζοντας τους William the Conquerer, το κλίμα παραπέμπει σαφώς στα 80s. Έτσι κι αλλιώς όμως, οι Sons of Bill δε βάζουν την έμπνευσή τους σε στεγανά, ούτε επιθυμούν να αποκτήσει η μουσική τους κάποια συγκεκριμενη «ετικέτα», αφού επανειλημμένα έχουν δηλώσει ότι ακολουθούν το δρόμο που τους δείχνουν τα ίδια τα τραγούδια, ανεξαρτήτως στυλ, αρκεί το αποτέλεσμα να τους κάνει να ανατριχιάζουν. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, όπως θα έχετε την ευκαιρία να διαπιστώσετε στις 29 Ιουνίου, στην περίπτωση του νέου τους δίσκου οι ανατριχίλες για τα αδέλφια Sam, Abe και James Wilson, αλλά και το μπασίστα Joe Dickey, που συνεισφέρει σημαντικά χωρίς να αποτελεί μόνιμο μέλος της μπάντας, ήλθαν από τη δεκαετία του ’80.

Το Oh God Ma’am ηχογραφήθηκε με σχετικά περιπετειώδη τρόπο. Κι αυτό διότι, ενώ όλα ξεκίνησαν κανονικά, κάπου στην πορεία ο ιθύνων νους James «τράκαρε» με ένα ποτήρι σαμπάνιας, με αποτέλεσμα να κοπούν πέντε τένοντες και το κεντρικό νεύρο του δεξιού του χεριού. Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις των γιατρών όμως, μετά από κάμποσο καιρό και με αρκετό πόνο ξαναέπιασε την κιθάρα και η δουλειά ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια των Phil Ek (Fleet Foxes, The Shins, Father John Misty), Sean Sullivan (Sturgill Simpson) και Peter Katis (Interpol, The National). Το lead single του δίσκου Believer / Pretender έχει αυθεντική 80s ταυτότητα και ποιότητα, που παραπέμπει στους Frazier Chorus και στους υπέροχους νοσταλγούς της εποχής War on Drugs. Το ίδιο ύφος θα συναντήσετε στο Firebird '85, Good Mourning (They Can't Break You Now), όπως επίσης στα Easier και  Where We Stand, που δείχνουν την προτίμησή τους στους Dream Academy. Κι αν ψάχνεστε πολύ με τη δεκαετία του ’80, στο Before the Fall θα βρείτε κάτι από τους Johnny Hates Jazz, ενώ στο Old and Gray θα ακούσετε αυθεντικό μπάσο της εποχής.

 

The Ramona Flowers – Strangers (Distiller, 2018)

Οι Ramona Flowers, ύστερα από δύο άλμπουμ, εκτενείς περιοδείες σε Ευρώπη και Ασία, εμφανίσεις σε φεστιβάλ όπως του Glastonbury και του Fuji Rock αυξάνουν συνεχώς τη δημοτικότητά τους. Βάλτε μέσα σε όλα αυτά και το ακούσιο promotion που τους έκανε η κόρη του Bono, όταν έβαλε στο μπαμπά της να ακούσει το Lust and Lies κι εκείνος ενθουσιάστκε τόσο με τη δουλειά του Andy Barlow (Lamb) στην παραγωγή, που του ζήτησε να βάλει τη σφραγίδα του στο Songs of Experience. Το κουιντέτο από το λατρεμένο Bristol, που πήρε το όνομά του από την πρωταγωνίστρια της ταινίας Scott Pilgrim vs The World που έχει υπεράνθρωπες δυνατότητες στη μετακίνησή της στο χώρο και το χρόνο, έρχεται με τον τρίτο δίσκο του να μας αποδείξει πόσο πολύ αγαπά τη δεκαετία του ’80. Και τους Level 42. Κι αν είχε ως τώρα «πειραματιστεί» με διάφορους indie rock και ηλεκτρονικούς ήχους, με το Strangers μοιάζει να βρίσκει το υπήνεμο λιμανάκι της έμπνευσής του. Ειλικρινά δεν ξέρω αν ο τίτλος του έχει να κάνει με τον τρόπο που γράφτηκαν τα τραγούδια. Αξίζει όμως να σημειώσω ότι πριν αυτά αποκτήσουν την τελική μορφή τους στο στούντιο The Distillery του επίσης λατρεμένου Bath και τύχουν της επεξεργασίας του Chris Zane (Friendly Fires, Passion Pit, Bat for Lashes), τα μέλη της μπάντας τα έγραψαν μόνα τους με υπολογιστές και keyboards. Σε αυτό το γεγονός μπορεί να οφείλεται o σαφέστερος ηλεκτρονικός προσανατολισμός του δίσκου, ο οποίος, ναι, αποτελείται από τραγούδια μερικά από τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να ακούγονται σε disco και club της εποχής. 

Κάτι είπαμε πριν για τους Level 42 και μπορείτε να το πάρετε τοις μετρητοίς. Τρανή απόδειξη είναι το κεφάτο φερώνυμο του δίσκου τραγούδι, που είναι τόσο pop, όσο και electro και άλλο τόσο 80s, που έχει και vocoder (διευκρινίζω, τουλάχιστον, ότι δε συμμετέχει η Cher). Το Level 42 άτυπο tribute συνεχίζεται και στα Same Sun, Dramatist και If You Remember, αν και το τελευταίο λοξοκοιτάζει προς τους Heaven 17. Κι αν είναι γεγονός ότι η δεκαετία αυτή καμαρώνει (όπως άλλωστε και ο γράφων), μεταξύ άλλων, για τους μεγαλειώδεις Everything but the Girl, τότε δεν είναι καθόλου έκπληξη ότι υπάρχουν τραγούδια όπως το Come Alive. Η μουσική ευδαιμονία της δεκαετίας του ’80 συνεχίζεται και στο Out of Focus, που «παντρεύει» τους ABC με τους Johnny Hates Jazz. Τέλος, για να συνοψίσω όλα τα παραπάνω σε μια εικόνα, βλέπω τη μουσική του Strangers ως το κλασικό σάουντρακ νησιώτικης 80s disco πριν αρχίσει το πρόγραμμα, με τους (κυρίως Σκανδιναβούς) θαμώνες να πίνουν αχόρταγα Pina Colada και Buck’s Fizz.

 

RVG – A Quality of Mercy (Fat Possum Records, 2018)

Οι RVG κατάγονται από τη Μελβούρνη, αλλά δεν παίζουν κάτι ανάλογο με το Αυστραλέζικο rock των 80s. Μένουν όμως σταθεροί στη «χρυσή» δεκαετία της πατρίδας τους και ασχολούνται (κυρίως) με την οικεία τους κληρονομιά των  Triffids και το post-punk. Κι αν θέλετε να μάθετε ποιος είναι ο κύριος υπεύθυνος της κατεύθυνσης που πήρε ο έτσι κι αλλιώς rock ήχος τους, αναζητήστε τον στο όνομα της τραγουδίστριας τους Romy Vager, μιας και τα φωνητικά της δίνουν αυθεντική την αίσθηση του κλίματος της εποχής. Πλάι του παίζουν οι Rueben (κιθάρα), Angus μπάσο) και Marc (τύμπανα), που επίσης νιώθουν άνετα με την όμορφη «τηλεμεταφορά» στη δεκαετία του ’80.

Κι αν πάλι αναρωτιέστε τι ακριβώς παίζουν, τότε μπορείτε να έχετε μια πρώτη εικόνα αναλογιζόμενοι τους Triffids, τους Psychedelic Furs και τους Go-Betweens on post-punk acid! Υπάρχει, βέβαια, στον ήχο τους μια χροιά ψυχεδελικών ήχων και garage, αλλά το indie παρόν και κάποιες goth πινελιές μοιάζουν να ολοκληρώνουν την ηχητική τους παλέτα. Η όλη κατάταση αποτυπώνεται χωρίς καμία χρονοτριβή από τι πρώτες κιόλας νότες του εισαγωγικού φερώνυμου τραγουδιού A Quality of Mercy, όπου αποτίεται φόρος τιμης στα 80s και ειδικότερα στους Sonic Youth, τους Dream Syndicate, τους Waterboys, τους Stranglers, και τον Lloyd Cole. Το ίδιο κλίμα υπάρχει και στο IBM, όπου το πνεύμα των Felt πλανάται με υπερηφάνεια, μαζί με εκείνο των Talking Heads και των προπατόρων Go-Betweens, κάτω από σαφώς ψυχεδελικότερο πρίσμα. Οι επιδραστικοί Triffids που λέγαμε γίνονται αντιληπτοί και στο ποιητικό Vincent Van Gogh, όπως και στο γεμάτο συναισθήματα Cause and Effect, που θα μορούσες κάλλιστα να είχες ακούσει πάλαι ποτέ στην Αίτνα, με σημεία αναφοράς στο Βρετανικό post-punk και τους τους Echo & the Bunnymen. Πολύ, μα πολύ, πιο αυθεντικούς Go-Betweens θα συναντήσετε στο Feral Beach, όσο κι αν αυτό τείνει προς τους όψιμους εθιστικούς Slowdive, αλλά και στο Heart Paste, όπου οι επιρροές του Just Like Heaven των Cure και των Felt είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Το The Eggshell World δε γινόταν να είναι πιο αυθεντικό post-punk, παρά τα Dream Syndicate ψήγματα, ενώ το καταληκτικό That’s All δείχνει πως η «μπογιά» των Velvet Underground ακόμα είναι νωπή και ευχάριστα επιδραστική.

Τάκης Κρεμμυδιώτης

Latest from Τάκης Κρεμμυδιώτης

Related items