Τρίτη, 08 Δεκεμβρίου 2015 10:24

Live review: Editors/Cyanna Mercury 4/12/15 @ Gazi Music Hall

Written by 

Το εξευγενισμένο post punk των Editors απολαμβάνει πλέον μίας σημαντικής δημοφιλίας στον ελλαδικό μουσικό χώρο. Τα rock ραδιόφωνα της Ελλάδας παίζουν Editors σε τακτική βάση, οι DJs τους έχουν ως σταθερά στα rock μαγαζιά, οι συναυλίες τους αντιμετωπίζονται, οριακά, ως lifestyle events που “πρέπει να είσαι εκεί”. Θέλετε η ικανότητά τους να γράφουν πιασάρικα singles, θέλετε η σαφής προώθησή τους στο συνολικό πλαίσιο του “ραδιοφωνικού rock” (μπορούμε να το αποκαλέσουμε, αν θέλετε, “σύγχρονο AOR” για να “ενοχλήσουμε” τους παλιούς - όπου παλιοί αυτοί που έχουν μείνει πίσω στη σύγχρονη μουσική πραγματικότητα και όχι οι πρεσβύτεροι σε ηλικία;;), οι Editors είναι πλέον, εκτός από δημοφιλείς, και τακτικοί επισκέπτες μας. Το αθηναϊκό κοινό τους τίμησε την παρουσία του και με το παραπάνω την Παρασκευή, γεμίζοντας σε ασφυκτικό βαθμό το Gazi Music Hall (όπως γράφουμε και παρακάτω, σε πιο αυστηρό τόνο βέβαια...)

Είχα δει ζωντανά τους Cyanna Mercury ως απλώς Cyanna πριν από αρκετά χρόνια, στο Greek Electro Festival 2006 (!) στο Fuzz Club της λεωφόρου Βουλιαγμένης, μαζί με τους GAD και τους headliners Μίκρο. Εντελώς άλλη μπάντα τότε, με ηλεκτρονικό και πιο pop προσανατολισμό. Από τότε, φυσικά, έχουν περάσει χρόνια, τα τραγούδια τους δισκογραφήθηκαν και έκαναν τον κύκλο τους και μαζί τους έκανε τον κύκλο της και η μπάντα. Οι αδερφοί Σιδηρόπουλοι (επί το καλλιτεχνικότερο, Spyreas Sid και Nick Sid) άλλαξαν μουσικό προσανατολισμό, πρόσθεσαν ένα “Mercury” στο παλιό τους όνομα και συνεχίζουν εδώ και δύο χρόνια παίρνοντας σβάρνα τις σκηνές της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας. Η εικόνα μιας έμπειρης μπάντας αντικατοπτρίστηκε πλήρως στο Gazi Music Hall. Μιας μπάντας που έχει αυτοπεποίθηση επάνω στην σκηνή και γνωρίζει καλά τον ήχο της: ψυχεδελικό rock στην 60s-70s εκδοχή του, μακριά όμως από την εκδοχή των σύγχρονων αναβιωτών του, με εξάρσεις έντασης και ενίοτε τα δέοντα “απλωμένα” μέρη, αλλά πάνω από όλα δυναμισμό στις εκτελέσεις και έναν απόλυτα κυρίαρχο ήχο στα πλήκτρα. Το πρώτο τους άλμπουμ αναμένεται μέσα στο ερχόμενο έτος και, αν κρίνουμε από τη ζωντανή απόδοση των κομματιών του, θα σκοτώνει.

Κάποιες φορές νιώθω πως, αναφορικά με τη μουσική σε επίπεδο “επιχείρησης”, “μπίζνας”, πείτε το όπως θέλετε, θέλω να εκφράσω αυτό που καταλαβαίνω πως κρύβεται πίσω από μία μουσική παραγωγή - είτε αυτή λέγεται “συλλογή ηχογραφημένων τραγουδιών” είτε “ζωντανή παράσταση” - με ψυχρούς όρους, αλλά δεν μου το επιτρέπει ο μουσικός ή το συγκρότημα που βρίσκεται απέναντί μου. Μου κρύβει τη θέα, μου μπλοκάρει την είσοδο, υψώνει απαγορευτικά τείχη. Ακόμη και σε μία παραγωγή μεσαίου προς μεγάλου (για τα ελληνικά δεδομένα) μεγέθους, όπου τα πάντα φαίνονται υπολογισμένα με ακρίβεια - βήμα απαραίτητο, κατά την ταπεινή μου άποψη, για να περάσει ένα συγκρότημα ευρείας αποδοχής στο επόμενο επίπεδο σε επίπεδο φήμης και απολαβών (άρα δεν μιλάμε για τη Μουσική καθαυτή ή την Τέχνη γενικότερα), υπάρχει πάντα κάτι που έρχεται από την πρώιμη εποχή μιας μπάντας και δεν μπορεί να χαθεί εντελώς ακόμη και υπό συνθήκες πλήρους ελέγχου (το πολύ να περιοριστεί). Και αυτό είναι η ψυχή (ας βάλω καλύτερα κεφαλαίο το αρχικό γράμμα - Ψυχή λοιπόν) του καλλιτέχνη, η ωστική δύναμη που φέρει την βασική ευθύνη ώστε να προχωρήσει όλη αυτή η ιστορία, εφόσον έχει πρώτα ξεκινήσει από ένα ακατανίκητο πάθος για προσωπική δημιουργία μέσω της μουσικής. Το διέβλεπες στις κινήσεις του Tom Smith - άλλοτε γεμάτες πλαστικότητα κι άλλοτε νευρώδεις και απότομες. Σχεδόν κουλουριαζόταν γύρω από το μικρόφωνο ενώ μετά βίας ισορροπούσε στα πέλματα φλερτάροντας σοβαρά με το διάστρεμμα, χόρευε σαν νευρόσπαστο ανδρείκελο, ηρεμούσε ακουμπώντας τα πλήκτρα του πιάνου του – μετέδιδε όμως σε κάθε περίπτωση την ενέργειά του στο κοινό, που εκείνη τη βραδιά τον ακολουθούσε κατά πόδας, ανταποκρινόμενο σε κάθε του κάλεσμα.

Το κλειστό venue ταιριάζει πολύ καλύτερα στους Editors από το ανοιχτό και αυτό είναι πασιφανές σε όποιον τους έχει παρακολουθήσει αρκετές φορές ζωντανά υπό διαφορετικές συνθήκες. Ο κανόνας αυτός έσπασε, πιστεύω, μονάχα στην πρώτη τους εμφάνιση επί ελληνικού εδάφους, στο Terravibe λίγο πριν την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου τους, τότε που η περισσή σκηνική τους ενέργεια φανέρωνε τη δίψα τους να αποδείξουν πως αξίζουν την προσοχή μας διότι είναι άξιοι ως μπάντα και μπορούν να γράψουν κάποια αξιομνημόνευτα τραγούδια και όχι διότι θυμίζουν προβλέψιμα π.χ. Interpol και Joy Division στο πιο αλέγκρο. Ο παλμός όμως ενός καθαρά δικού τους κοινού μόνο συν τω χρόνω θα μπορούσε να έρθει.

Αυτό το κοινό, λοιπόν, είχε παραδοθεί στους ρυθμούς ενός άρτια δομημένου προγράμματος με πολλά hits, ανταποκρίθηκε πραγματοποιώντας θηριώδη sing-alongs (όπως στο Sugar που, παρότι δεν αποτελεί ακριβώς το αγαπημένο του γράφοντος, ήταν ένα από τα highlights της συναυλίας από πλευράς συμμετοχής) και δημιουργώντας μερικές στιγμές μαζικού συναυλιακού κάλλους. Επί παραδείγματι, ακόμη κι αν ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο ύπαρξης του Eat Raw Meat=Blood Drool σε οποιοδήποτε πλαίσιο (είτε δισκογραφικό είτε συναυλιακό), όταν το κοινό υποδέχεται το τραγούδι με 3 χιλιάδες ζευγάρια χέρια σε ομοιόμορφο κυματισμό δεν μπορείς παρά να απολαύσεις το θέαμα και να σταματήσεις να είσαι τόσο αρνητικός πια (μην επιμένετε όμως να το ξανακούσω ιδιωτικά…)

Μιλώντας για το κοινό, δεν νοείται οποιοδήποτε κείμενο αναφέρεται στη συγκεκριμένη συναυλία να παραλείψει την αναφορά στον υπερβολικό αριθμό παρισταμένων. Ο γράφων προνόησε να μεταβεί νωρίς στο χώρο και πάρει θέση στον (λιγότερο ασφυκτικό και με καλή συνολική θέα) εξώστη, όμως κάτω στην αρένα, σε ένα χώρο ο οποίος δεν είχε ως αρχική χρήση τη φιλοξενία συναυλιών ορθίων (ας το θέσω κομψά για να μην γράψω “σκυλάδικο” - ουπς...), το κοινό έμοιαζε υπερβολικά πιεσμένο, καταλαμβάνοντας ακόμη και τις σκάλες, καθιστώντας στην καλύτερη περίπτωση δυσχερή τη μετακίνηση εάν συνέβαινε κάποιο απευκταίο δυσάρεστο περιστατικό στο κοινό (π.χ. λιποθυμία, ως light παράδειγμα). Τα θέματα ασφαλείας έχουν ιδιαίτερη σημασία, ειδικά όταν έχεις να κάνεις με συναθροίσεις ατόμων σε τέτοια κλίμακα, χρειάζονται λεπτούς χειρισμούς για να τηρηθούν οι ισορροπίες μεταξύ ικανοποίησης του θεατή-πελάτη, οικονομικό κέρδος από την αθρόα προσέλευση και δημιουργία κατάλληλων συνθηκών θέασης/απόλαυσης του event, και ως εκ τούτου θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρότερα υπόψη από τους διοργανωτές.

Πίσω στα δικά μας, θεωρώντας πως η τρέχουσα περιοδεία συνέβη για να υποστηρίξει τον πιο πρόσφατο δίσκο των Editors, In Dream, μάλλον ο σκοπός επετεύχθη και με το παραπάνω. Αυτό διότι τα κομμάτια του δίσκου κολακεύονται πολύ από τη ζωντανή τους απόδοση. Παραμένοντας σκοτεινά, η ένταση που παραδίδουν τα φυσικά ντραμς και οι ζωντανές κιθάρες προκαλεί σε διαφοροποιημένη ανάγνωση της δυναμικής τους. Ας αναφέρουμε εδώ, για λόγους πληρότητας, ότι ο κιθαρίστας Justin Lockey απουσίαζε λόγω γεννητουριών της γυναίκας του - να τους ζήσει! - και ο αντικαταστάτης Nic Willes, ως μη πρωτάρης στην μπάντα, δεν υστέρησε πουθενά. Παρότι δεν απολαύσαμε ανεπανάληπτης ποιότητας ήχο από τα συστήματα του Gazi Music Hall, η “βρωμιά” απέδωσε καρπούς σε κάποια σημεία. Το A Ton Of Love, ας πούμε, ως αμιγώς συναυλιακό (και U2-ικό) κομμάτι έφερε έκσταση στο κοινό της αρένας, όπως και τα An End Has A Start, Blood και Munich. Η μοναδική ακουστική στιγμή της βραδιάς, το Smokers Outside The Hospital Doors με την κιθάρα και τη φωνή του TomSmith συνοδεία της...χορωδίας Gazi Music Hall, έπιασε συναισθηματική κορυφή, που εκτονώθηκε με το ηλεκτρονικό Bricks And Mortar. Το Papillon προσέφερε την τελευταία πρακτικα μεγάλη έξαρση στο κοινό, ενώ το Marching Orders έκλεισε οριστικά τη συναυλία με λιγότερο πανηγυρικό, αλλά πιο υμνικό τρόπο.

Δεν θα πρέπει να υπήρχε άνθρωπος δυσαρεστημένος από τη συνολική εικόνα της συναυλίας (μη λαμβάνοντας υπόψη τη συμπίεση στην αρένα). Ένα καλό κι όχι απλώς αξιοπρεπές live, όπως αυτό της Παρασκευής, δημιουργεί μία αξέχαστη εμπειρία για τους φανατικούς οπαδούς, ανανεώνει το ενδιαφέρον των απλών φίλων της μουσικής τους, με την σκέψη της επόμενης μετάκλησης στον ορίζοντα, και κλείνει το μάτι και στους απαιτητικούς “αντιφρονούντες” που επιθυμούν κάτι παραπάνω από μία συναυλία και δεν αρκούνται απλώς να ακούσουν μερικά hits για να περάσουν καλά.

 Κείμενο: Μιχάλης Κουρής / Φωτογραφίες: Θωμάς Δασκαλάκης (NDP Photo Agency)

Μιχάλης Κουρής

 

 

Για τον Μιχάλη Κουρή καλύτερα από οποιονδήποτε μιλάνε τα σημειώματα στο ψυγείο του: "Δεν πεινάω δεν πεινάω" "Να έρχεσαι κάθε πέντε λεπτά να με βλέπεις" "Μην πίνεις άλλο" "Δεν μπορείς να πας σε όλα τα live". Ακούει τα πάντα και δεν εννοεί "ακούω ραδιόφωνο" - στον ελεύθερό του χρόνο είναι αφουγκραστής των συμπαθών ζώων σε ζωολογικό κήπο του εξωτερικού που εύλογα επιθυμεί να παραμείνει μυστικός.

Website: www.soundgaze.gr
Νέα Δίσκοι      Συναυλίες Συνεντεύξεις Στήλες Archive    Rookie's corner   Artist Index
 Επικαιρότητα   Κριτικές Συναυλιών Text Interviews Music Scouting      
 Ενημερώσεις   Προτάσεις για συναυλίες   Memory Lane      
        Local Jams
     
        Record Shuffle      
        Άρθρα