Print this page
Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019 06:12

Live Review: Monster Magnet / Full House B.C. @ Piraeus 117 Academy, 09/02/2019

Written by 

Η επίσκεψη για πολλοστή φορά των Monster Magnet στη χώρα μας επιβεβαίωσε με εμφατικό τρόπο πως το γκρουπ από το New Jersey διανύει μια παρατεταμένη περίοδο δεύτερης νεότητας, δίνοντας ένα live εκκωφαντικό, γεμάτο ένταση και εν τέλει αναμφισβήτητα απολαυστικό.

Οι Full House Brew Crew ήταν η μπάντα στην οποία ανατέθηκε ο ρόλος του support, γεγονός που θα μπορούν με περηφάνεια να προσθέσουν στο βιογραφικό τους. Το συγκεκριμένο σχήμα το έχουμε συναντήσει αρκετές φορές σε ανάλογη θέση σε αντίστοιχα μεγάλα events, πράγμα που σημαίνει ότι από τη δική τους πλευρά διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρία για να ανταπεξέλθουν και από τη δική μας πλευρά, ότι ξέρουμε περίπου τι να περιμένουμε. Πέρσι το γκρουπ κυκλοφόρησε το άλμπουμ Me Against You (διάδοχος του ντεμπούτου τους Bet It All του 2011), το οποίο φέρει τα ήδη γνωστά χαρακτηριστικά του συγκροτήματος, δηλαδή Down-ίζουσα αισθητική, Black Label Society ορμή καθώς και μια μοντέρνα ματιά στο metal του Νότου. Μπορεί ο ήχος τους να ήταν ελαφρώς βαρύτερος των headliners της βραδιάς (για παράδειγμα το support στους Corrosion of Conformity «έδενε» πιο αρμονικά, νομίζω), ωστόσο η αλήθεια είναι πως παρουσιάστηκαν αρκετά βήματα πιο μπροστά σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που τους είχα παρακολουθήσει. Το live τους ήταν από κάθε πλευρά επαγγελματικό (ακόμα και τα μπανεράκια δεξιά και αριστερά της σκηνής ήταν δηλωτικά του ενδιαφέροντος τους να παρουσιάσουν κάτι που να φέρει τη σφραγίδα του «επαγγελματικού»), σε αυτό προφανώς σημαντικό ρόλο έχει παίξει το γεγονός πως ο frontman τους Βαγγέλης Καρζής έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου ως μέλος των Rotting Christ, στους οποίους παίζει μπάσο εδώ και χρόνια. Μπορεί η απόπειρα για δημιουργία mosh pit να μην στέφθηκε με επιτυχία, όμως στο τέλος εισέπραξαν θερμότατο χειροκρότημα από τον κόσμο.

Περίπου στις 10:15 τα φώτα χαμήλωσαν και η πεντάδα των Monster Magnet εισέβαλε φουριόζικα στη σκηνή. Πώς αλλιώς άλλωστε να περιγράψεις την είσοδο τους όταν αυτή συνοδεύεται με μια τρομερή εκτέλεση του έπους Dopes To Infinity από τον λατρεμένο ομώνυμο δίσκο του 1995, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τα επίπεδα πώρωσης να απογειωθούν με το «καλημέρα»; Το γεγονός ότι επέλεξαν για ξεκίνημα το συγκεκριμένο track έδειξε κατά κάποιον τρόπο και τις προθέσεις τους για το υπόλοιπο της συναυλίας. Το λέμε αυτό γιατί ενώ είχαν σχετικά φρέσκο νέο άλμπουμ (το Mindfucker κυκλοφόρησε μόλις πριν δέκα μήνες), προτίμησαν να εντάξουν μόνο δύο κομμάτια από αυτό (τα Rocket Freak και When the Hammer Comes Down) στο setlist, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να μείνει περισσότερος χώρος (και χρόνος) για τα παλιά κι αγαπημένα. Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσαν να παίξουν κάτι ακόμα από το Mindfucker (όπως για παράδειγμα το πολύ καλό ομώνυμο), αφού και ο δίσκος είναι αξιόλογος και με punk προσέγγιση που πολύ εκτιμούμε, ωστόσο μόνο να τους κακίσουμε δεν μπορούμε για τη συγκεκριμένη επιλογή, ίσα-ίσα μόνο ευχαρίστηση προκάλεσε το γεγονός ότι ακούσαμε μερικές ακόμα από τις διαχρονικές συνθέσεις τους. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος δυσαρεστήθηκε που ξανάκουσε το Crop Circle ή το Melt. Βέβαια αναμενόμενα ο μεγαλύτερος πανικός προκλήθηκε όταν ακούστηκαν πλάι πλάι το αξεπέραστο Negasonic Teenage Warhead και το εμβληματικό Space Lord, με τα οποία έκλεισε το κανονικό μέρος του set. Εκεί, όπως μπορείτε να φανταστείτε, έπεσαν κορμιά (κυριολεκτικά μιλώντας, μιας και κάποιοι εν μέσω mosh pit «συνάντησαν» το πάτωμα του Academy).

Η επιστροφή για το καθιερωμένο encore (παρεμπιπτόντως, είναι εντύπωση μου ή όλο και πιο σπάνια ο κόσμος με ρυθμικά χειροκροτήματα «απαιτεί» την επιστροφή των μουσικών στη σκηνή;), συντελέστηκε με το CNN War Theme (από το Monolithic Baby! του 2004) σε ορχηστρική εκτέλεση, το οποίο έδωσε έξτρα χρόνο στον Wyndorf για να πάρει τις ανάσες του στο backstage (μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος διανύει την έβδομη δεκαετία της ζωής του), αλλά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και μια γενναιόδωρη χειρονομία προς την μπάντα του, η οποία εν τη απουσία του είχε όλο το χώρο να κάνει τα δικά της. Εδώ αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω, μιας και η παρούσα σύνθεση μπορεί να μην έχει τα φανταχτερά ονόματα (λέγε με Mundell) αλλά έχει δημιουργήσει ένα άκρως λειτουργικό σύνολο που κάθε φορά εμφανίζεται και καλύτερο, σε βαθμό εντυπωσιακό. Κι αν ο Phil Caivano είναι γνωστή «μούρη» από τα 90s (αρχής γενομένης από το Powertrip του 1998) για τους υπόλοιπους τρεις, τον Bob Pantella, τον Garrett Sweeny και τον Chris Kosnik, αξίζουν επιπλέον εύσημα, γιατί θεωρώ πως το τρομερό δέσιμο τους (απαρτίζουν άλλωστε το αγαπημένο trio των Atomic Bitchwax) έχει απογειώσει την απόδοση του γκρουπ (κάτι που αποτυπώνεται και στους πρόσφατους δίσκους) και για άλλη μια φορά δεν άφησαν περιθώρια αμφισβήτησης.

Αμέσως μετά ο «μεγάλος» επανήλθε στη σκηνή για το Dinosaur Vacuum (από το θρυλικό Superjudge του 1993), στην πιο Hawkwind στιγμή της βραδιάς (πρέπει να γέλαγαν και τα μουστάκια του Dave Brock όταν το πρωτοάκουσε…). Το οριστικό φινάλε όμως ήρθε με τον ύμνο Powertrip με τον Wyndorf εν μέσω ντελιρίου να τραγουδά με υψωμένα τα μεσαία δάχτυλα του “I'm never gonna work another day in my life” στέλνοντας μας στα ουράνια!

Κάπως έτσι η συναυλία άγγιξε τα 90 (όχι, δεν θα εκφράσω κάποιο παράπονο για αυτό, παρά μόνο την κρυφή επιθυμία να ακουστεί κάτι από το θαυμάσιο Last Patrol), τα οποία κύλησαν νεράκι, με ελάχιστες διακοπές ανάμεσα στα κομμάτια, χρόνο τον οποίο «γέμιζε» ο Wyndorf με ήχους από τα εφέ που είχε μπροστά στον ενισχυτή της κιθάρας του. Για τον οποίο Wyndorf, δεν είπαμε και πολλά παρά πάνω, θέλοντας να αποφύγουμε τα διθυραμβικά λόγια, αλλά τελικά ο πειρασμός είναι μεγάλος… Στα 62 εμφανίστηκε σε δαιμονιώδη φόρμα και φοβερή φυσική κατάσταση. Με γιλεκάκι και αμάνικο t-shirt έδειχνε πιο κοντά στη εικόνα του στα 90s, παρά στο πως ήταν προ μόλις 5 χρόνων (η λέξη ευτραφής μοιάζει με ανέκδοτο για τον τωρινό Wyndorf). Έχουν περάσει -ευχόμαστε- ανεπιστρεπτί οι εποχές που ακόμα και μέσα στο κατακαλόκαιρο (όπως για παράδειγμα στο Rockwave του 2011) εμφανιζόταν με δερμάτινο jacket μπας και κρύψει τα -πολλά- παραπανίσια κιλά. Φαίνεται μάλλον πως το ελιξίριο του rock ‘n’ roll που χρησιμοποιεί από χρόνια είναι αποτελεσματικό και τώρα στα «γεράματα» διανύει μια δεύτερη νεότητα. Ναι, αυτόν τον Wyndorf χαιρόμαστε να τον βλέπουμε ξανά και ξανά!

Και μιας και είπαμε «ξανά και ξανά», αξίζει να σημειώσουμε ότι παρότι οι Monster Magnet μας έχουν επισκεφτεί πολλές φορές (τις απαριθμήσαμε αναλυτικά εδώ) και μάλιστα η παρούσα ήταν η τρίτη σερί εμφάνιση στο Academy σε τέσσερα χρόνια, όχι μόνο ο κόσμος δεν είχε αραιώσει, αντίθετα ήταν σαφώς περισσότερος από τις δυο προηγούμενες (αν στην εικόνα προσθέσουμε ότι την προηγούμενη μέρα οι Uriah Heep έκαναν ένα εκκωφαντικό sold out στο Fuzz, μπορούμε να καταλάβουμε την εμπορική αξία που διατηρούν τα διαχρονικά ονόματα). Πάντως και το συγκρότημα, στάθηκε αντάξιο και με το παραπάνω της περίστασης (αν ακούγοντας το όνομα Monster Magnet στο μυαλό σας έρχεται η εικόνα ξεπεσμένων rockers τότε μάλλον έχετε πάρα πολλά χρόνια να ασχοληθείτε μαζί τους…). Θα ήθελα να το αποφύγω, αλλά θα κλείσω με τη διαπίστωση πως ακόμα και τώρα, 30 χρόνια μετά το ξεκίνημα τους, εξακολουθούν να «έχουν για πρωινό» την πλειονότητα των νέων (και πολυδιαφημισμένων) γκρουπ του ήχου τους.

Κείμενο: Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

Φωτογραφίες: Μιχάλης Κουρής

Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

 

 

Ο Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος γεννήθηκε στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 (συγκεκριμένα τη χρονιά για την οποία έχει τραγουδήσει ο Jimi Hendrix), όταν πια οι Joy Division είχαν πάψει ήδη να υπάρχουν από καιρό (ευτυχώς υπήρχαν οι New Order!). Μετά από χρόνια αναζητήσεων ανακάλυψε αυτό που έψαχνε σε μια έρημο, έκτοτε λατρεύει οτιδήποτε σχετίζεται με τους Kyuss. Πιστεύει ότι αν δεν υπήρχε το rock & roll θα έπρεπε να το έχουμε ανακαλύψει. Επίσης, είναι βέβαιος ότι ο Έλβις ζει κάπου ανάμεσα μας… 

Latest from Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

Related items