Το σωστό είναι να το πείτε "50 Years of Punk Rock Fest", αλλά και το "Ελλάδα - Βρετανία συμμαχία" (κατά παράφραση του παλιού συνθήματος για τη στήριξη της Γαλλίας, προκειμένου να ενταχθεί η χώρα μας στην ΕΟΚ) θα περιέγραφε εξίσου γλαφυρά το εξαιρετικό punk Σαββατόβραδο στο An Club. Όσοι παρευρεθήκαμε, είχαμε την ευκαιρία να γιορτάσουμε μαζί με δύο Αγγικές, δύο Αθηναϊκές και μια Θεσσαλονικιώτικη μπάντες τη συμπλήρωση μισού αιώνα από την (τυπικά) θεωρούμενη εμφάνιση του punk στα μουσικά δρώμενα. Βέβαια, πριν από αυτό το ορόσημο υπήρξαν κάμποσα κυρίως υπερατλαντικά συγκροτήματα που, αν όχι καθόρισαν, τότε προλείαναν το έδαφος για το ακόμα αγέννητο αυτό είδος, που αποδείχτηκε απίστευτα επιδραστικό, παρά την έντονη αμφισβήτηση που δέχτηκε (ακόμα και) από το μουσικό τύπο.
Γι' αυτό πολύ σύντομα έβλεπες γραμμένο πάνω σε τοίχους με μαύρο σπρέι το περίφημο "Punk's not dead". Αυτή όμως η προαναγγελία του θανάτου του εξέθεσε αρκετά διάσημα πρόσωπα του μουσικού χώρου και οδήγησε σε μια τέτοια συσπείρωση, που όχι μόνο το συντήρησε στο πέρασμα των χρόνων, αλλά το έκανε ισότιμο των λοιπών κύριων μουσικών ειδών. Αυτό ακριβώς πήγαμε να γιορτάσουμε με "αγριεμένες" μουσικές από τα πέντε παραπάνω συγκροτήματα, που κράτησαν τη σημαία ψηλά.
Το An Club είχε αρκετό κόσμο πριν καν ακουστούν οι πρώτες νότες, σαφώς περισσότερο μετά τα πρώτα δύο συγκροτήματα και ήταν ασφυκτικά γεμάτο πριν βγουν οι Peter & the Test Tube Babies. Το κοινό, εκτός από τους αναμενόμενους μιας κάποιας ηλικίας, αποτελούνταν κυρίως από νεαρής ηλικίας άτομα, που, όπως περίτρανα αποδείχτηκε, ήξεραν να διασκεδάζουν. Ανάμεσά τους ήταν και ένας τύπος που ήρθε ξαφνικά μπροστά μου και μου έδειξε τρελαμένος το τατουάζ των Wipers που είχε στο χέρι του, μια μικρογραφία της στάμπας που είχα στο μπλουζάκι μου. Ήταν μια μικρή όμορφη και αναπάντεχη στιγμή, που έκανε και τους δυο μας να αναρωτηθούμε Is This Real?, επιβεβαιώνοντας το μύθο της αξεπέραστης αυτής μπάντας, που δίδαξε και εξακολουθεί να μας να θυμίζει το δρόμο που πήρε η μουσικής που είχαμε έρθει να ακούσουμε εκείνο το Σαββατόβραδο. Επίσης παρευρίσκονταν φίλοι των μελών των γκρουπ, που πραγματικά το διασκέδασαν, όπως όλοι ανεξαιρέτως, κυρίως με τους εκπληκτικούς και αειθαλείς Peter & the Test Tube Babies. Οπότε, τώρα που ξέρετε ποιοι, κατά τη γνώμη μου, είχαν τα γενικά πρωτεία της βραδιάς, για την ισότητα των μουσικών "όπλων" σπεύδω να δώσω το αντίστοιχο εγχώριο άτυπο "βραβείο" στους Gun Fever.

Η αρχή λοιπόν έγινε στις 20.24' με τους Gun Fever, που έχουν την έδρα τους στην Αθήνα και στις τάξεις τους μέλη των συγκροτημάτων Chain Cult, The Vagabonds 77 και My Turn. Γνωρίζοντας αυτό, μάλλον έχει απαντηθεί κάθε ενδεχόμενη απορία σχετικά με τη μουσική που έπαιξαν, την οποία αν καταναγκαστικά θελήσει κάποιος να κατατάξει σε ένα είδος, θα επιλέξει το punk-rock με τάσεις προς το οικογενειακό υποείδος Oi!, αλλά για να είναι ακριβής θα πρέπει να προσθέσει ότι έχει κάποια εμφανή hardcore και post-punk στοιχεία. Η μπάντα ξεκίνησε στα κόκκινα, χωρίς να "ξοδέψει" τραγούδια μέχρι να ζεσταθεί, βγάζοντας άμεσα πολλή ενέργεια και πάθος. Νομίζω πως, αν όχι περισσότερο (ναι, ναι), θα άξιζε τουλάχιστον τον ίδιο χρόνο με τα λοιπά εγχώρια συγκροτήματα, όπως και μεταγενέστερη σειρά εμφάνισης στο line-up, έτσι ώστε να μην τη χάσουν όσοι έρχονταν καθυστερημένοι, αφού το σετ τους ολοκληρώθηκε στις 20.46'. Αυτά όμως τα αποφασίζουν άλλοι, που σίγουρα έχουν υπόψη και παραμέτρους που δεν είναι δυνατό εμείς να γνωρίζουμε. Η δυνατές κιθάρες και το εξαιρετικό μπάσο ξεχώρισαν σε ένα γενικά πολύ δυνατό και ζωντανό σετ, που άνοιξε με τον καλύτερο τρόπο το "50 Years of Punk Rock Fest".

Ακολούθησαν στις 21.01' οι επίσης Αθηναίοι Feral Kids, οι οποίοι όσο περνούσε η ώρα αποδείκνυαν όλο και περισσότερο τη συγγένεια της μουσικής τους με τη γιορτή αυτή για το punk. Καταρχάς, την εμφάνισή τους δεν την έλεγες με τίποτα ευθυγραμμισμένη με το ενδυματολογικό κατεστημένο του είδους αυτού, όπως και τη μουσική τους, αλλά στη συνέχεια διαπίστωνες προοδευτικά ότι το ευρύτερο φάσμα της rock που κινείται ο ήχος τους έχει τσαγανό. Οι ίδιοι έχουν υποστηρίξει ότι παίζουν "dirty rock 'n' roll" και πράγματι αυτό επιβεβαιώθηκε (με πιθανή εξαίρεση την πρώτη λέξη, που δε μπορώ να προσυπογράψω), με δεδομένες αναφορές στα blues, το '80s AOR στην πιο σκληρή μορφή του, τα αυστραλέζικα '80s και ιδίως τους Radio Birdman, αλλά και τη μελωδικότερη πλευρά των πρώτων χρόνων του punk. Μας αποχαιρέτησαν στις 21.36' με το Rock 'n' Roll is Dead και τις δύο κιθάρες να τα δίνουν όλα.

Η συνέχεια ανήκε στους Θεσσαλονικείς Ντελίριο, που επανήλθαν στη συγκεκριμένη σκηνή ύστερα από είκοσι χρόνια, ξεκινώντας στις 21.52'. Όπως ήταν αναμενόμενο, το Εξωφρενών είχε την τιμητική του με τραγούδια όπως τα Κακιά Ταινία, Η Ντάμα μου Χορεύει Rock 'n' Roll και το οπαδικό Υπάρχουνε Σκυλιά που Δαγκώνουνε Ακόμα, το οποίο προλόγισαν με αναφορά στο πρόσφατο περιστατικό που έγινε στην πόλη τους (ρητορική ερώτηση: αλήθεια, έχει τόση σημασία το μέσο που χρησιμοποιείς για να ασκήσεις οπαδική βία ή οι δυνατότητες σωματικής βλάβης και ανθρωποκτονίας που δυνητικά σου παρέχονται με τη χρήση του;) Μεταξύ άλλων, έπαιξαν και τα τραγούδια Ντελίριο, Ακούει Κανείς, Ελεύθερος Ξανά, Θα Υψώσω το Ποτήρι Μου, όπως και το καινούργιο Αδέρφια από την Κόλαση, που έχει κάτι από το Audio Sonic Love Αffair των Dubrovniks. Αρκετοί φίλοι που τους είχαν ακολουθήσει τραγούδησαν τους στίχους των τραγουδιών, χόρεψαν και πέρασαν καλά, όπως και οι υπόλοιποι, μέχρι τις 22.35', που η μπάντα μας άφησε για να ετοιμαστεί η σκηνή για παίξουν κάποιοι τύποι από το εξωτικό για τα Βρετανικά δεδομένα Peacehaven.

Και, ναι, οι Peter & the Test Tube Babies δεν ήταν απλά καλύτεροι από ό,τι περιμέναμε, αλλά πραγματικά εξαιρετικοί! Έπαιξαν ατόφιο το καταιγιστικό punk-rock τους και μας έφεραν πίσω στις ένδοξες μέρες του παρελθόντος. Ο Peter Bywaters βγήκε στη σκηνή στις 22.51' με το γνωστό χαμόγελό του, το οποίο δεν έφυγε σε καμία στιγμή από τα χείλη του, απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή. Πειραζόταν συχνά με τους άλλους μουσικούς και αστειευόταν με το κοινό, ως πιστός υπηρέτης του punk-pathetique (πώς λένε εκείνο το τραγούδι τους; Rotting in the Fart Sack;), ενώ πήρε επάξια τον άτυπο διδακτορικό τίτλο του πιο ελληνομαθή αλλοδαπού ρόκερ, αφού δεν έλεγε σωστά κατ' επανάληψη μόνο το "ευχαριστώ", αλλά είπε και "ευχαριστώ πολύ" και κάτι ακόμα, όπως θα δούμε παρακάτω!
Οι πρώτες του όμως κουβέντες ήταν: "Είστε έτοιμοι για Βρετανικό punk-rock;" (εντάξει, αυτό το είπε στα Αγγλικά). Εμείς απαντήσαμε καταφατικά και άρχισε η καταιγίδα με το Keep Britain Untidy, το οποίο για να επιτευχθεί δεν απαιτείται και ιδιαίτερη προσπάθεια. Από το Run Like Hell άρχισαν να εντείνονται τα mosh pits και τα pogos, που συνεχίστηκαν αμείωτα μέχρι το τέλος όλης τη βραδιάς. Τότε ο υποψήφιος διδάκτορας της Ελληνικής, ύψωσε το ποτήρι του και μας ευχήθηκε: "Γεια μας!", πριν αρχίσει το The Jinx, που σήμανε... πόλεμο! Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τραγουδούσαν τους στίχους του μέσα στο χάος, κάνοντας τη μπάντα το ίδιο χαρούμενη, όσο τους εαυτούς τους. Ο χαλασμός συνεχίστηκε με το Never Made It, που ταυτόχρονα σήμανε την έναρξη του stage diving, που κατά διαστήματα συνεχιζόταν ξεσηκώνοντας τον Peter, που συνέχιζε περιχαρής να μας εύχεται "Γεια μας!", ενώ κανείς δε νομίζω να ανησύχησε ότι θα τον ζαλίσει το ποτό. Γεια σου και σένα, που έπαιξες το My Unlucky Day (το αντίθετο ακριβώς ήταν η συγκεκριμένη για εμάς) και το πολυβόλο που λέγεται Hell to Pay.

Δε χαροποίησε ιδιαίτερα μόνο εμένα το ότι είδα τον Peter να τα δίνει όλα στο αγαπημένο μου Every Second Counts, αλλά και μεγάλο μέρος του κοινού που κρατούσε το ρυθμό με παλαμάκια (προσπαθούσε δηλαδή, διότι κάτι τέτοιο μόνο εύκολο δεν ήταν). Μετά τα τσουγκρίσματα ποτηριών με κάποιους που σπρώχνονταν, ε, στέκονταν μπροστά ήθελα να πω, άρχισε το Easter Bank Holiday '83, που μάλλον ήταν το πιο καλοπαιγμένο (μεταξύ ίσων) τραγούδι της βραδιάς. "Πώς πέρασαν τόσα χρόνια από τότε που είχαμε παίξει εδώ" αναρωτήθηκε στα ελληνικά (άντε, πλάκα κάνω, στα αγγλικά το είπε) ο Πέτρος και έριξε το In Yer Face στα χαμογελαστά μούτρα μας, όπως και το (πιπέρι στο στόμα) Up Yer Bum, επαινώντας τα γεννητικά όργανα του μπασίστα. Δεν είπαμε ότι παίζουν punk-pathetique; Τι περιμένατε; Κι αν γράψαμε καλά λόγια για το τραγούδι αυτό, τι λόγια να βρούμε για να περιγράψουμε το μουσικό και στιχουργικό εθνικό ύμνο του είδους Spirit of Keith Moon, που τραγουδήθηκε από ακόμα περισσότερους, με την κιθάρα να δίνει ρέστα! Δεν έχω λόγια...
Έπαιξαν ακόμα το None of Your Fucking Business, το Oral Annie, το οποίο προλόγισαν με τρόπο που δε θα έκανε καμία φεμινίστρια να χαμογελάσει. Από τα δύο επόμενα τραγούδια που προκάλεσαν χάος, το Moped Lads δεν το περίμενα, ενώ το Banned From the Pubs το περιμέναμε όλοι (όποιος δεν έκανε stage diving να σηκώσει το χέρι του). Ο επίλογος ήταν ένα extended version με ακόμα πιο extended σόλο κιθάρας του Blown Out Again, που έριξε τίτλους τέλους στις 23.49'. Σιγά μην έφευγαν από τη σκηνή. Μόλις πέρασαν δύο λεπτά ο Peter μας ρώτησε αν θέλουμε κι άλλο, εμείς είπαμε ναι, και να 'σου το Elvis Is Dead, ύστερα μας ξαναρώτησε αν ξαναθέλουμε κι άλλο κι εμείς απαντήσαμε όπως φαντάζεστε, για να ακολουθήσει το September σε τι version πιστεύετε; Σωστά! Τότε νιώσαμε όλοι μια ευχάριστη punk οικογένεια, ο Peter τραγουδούσε απανωτά και πάνω στο ρυθμό του τραγουδιού τη λέξη "ευχαριστώ" μέχρι που έφυγε, αφήνοντας τους άλλους να κλείσουν το σετ στις 00.02'.

Η ατυχία με τους The Oppressed ήταν μία και μοναδική, αλλά κομβικής σημασίας. Ποια; Απλά το ότι βγήκαν στη σκηνή μετά τους Peter & the Test Tube Babies. Πιστεύω πως αν είχαν παίξει προηγουμένως, το πολύ ωραίο σετ τους θα ακουγόταν ακόμα καλύτερο. Ουαλικό Oi! κατευθείαν από το skinhead Cardiff των '80s. Ο Roddy Moreno ξεκίνησε χωρίς περιστροφές στις 00.20' να τραγουδά τους ενάντια στο ρατσισμό και τον ολοκληρωτισμό στίχους του, ενώ το κλασικό τρίπτυχο κιθάρα - μπάσο - ντραμς έπαιζε μελωδικά και δυνατά τραγούδια όπως τα Work Together, Blue Army, Crucify the Police και Fuck 'em All. Το κοινό ξεσηκώθηκε με τα Skinhead Girl, Ultra Violence, όπως και με τη διασκευή του These Boots are Made for Walking σε These Boots are Made for Stomping, για ευνόητους λόγους! Στη 01.19' γράφτηκε ο οριστικός επίλογος του "50 Years of Punk Rock Fest", που γιορτάστηκε με τον καλύτερο τρόπο. Χρόνια του πολλά!
Κείμενο / Φωτογραφίες: Τάκης Κρεμμυδιώτης



