Για καλή μας τύχη, οι Mecano ανέκαθεν ζούσαν στο μαγικό και "περιθωριακό" μουσικό τους κόσμο. Έναν κόσμο όπου συνυπήρχαν αρμονικά διάφορες μορφές τέχνης, από τις οποίες σταδιακά βγήκε μπροστά εκείνη που οι ίδιοι περίμεναν λιγότερο: η μουσική. Στο πέρασμα των χρόνων από το σχηματισμό της μπάντας, ενώ συνέβησαν πολλά και διάφορα ενδιαφέροντα, καταγράφηκαν ελάχιστες άλλες ανάλογου ύφους προσπάθειες και ακόμα λιγότερες αξιόλογες. Οι ρίζες της γενικότερης ενασχόλησης των Mecano με την τέχνη ανατρέχουν μεν πίσω στη δεκαετία του '60, αλλά το πλαίσιό της συγκεκριμενοποιήθηκε στα '80s, όταν η μουσική γνώριζε ίσως τις πιο ένδοξες μέρες της μαζικής της απήχησης.
Τι κι αν προσπάθησαν πολλοί να κατατάξουν τον ήχο των Mecano σε διάφορα είδη; Οποιαδήποτε σχεδόν επιλογή θα μπορούσε θεωρητικά να έχει κάποια ψήγματα αλήθειας, ελάχιστες θα ήταν σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένες (όπως των punk και post-punk, ανάλογα με τη χρονική περίοδο της δημιουργίας της μπάντας) και μάλλον καμία απολύτως ορθή. Χωρίς να είναι άστοχο, ούτε φυσικά λανθασμένο, αν επιχειρήσει κάποιος να περιγράψει τον ήχο τους ίσως θα ακριβολογούσε λίγο περισσότερο αν τον αποκαλούσε avant-garde ή art rock, παρά τη δεδομένη ευρύτητα των όρων. Όπως και να 'χει, οι φίλοι της μπάντας που γέμισαν ασφυκτικά το Death Disco το βράδυ της Παρασκευής (πολλοί από τους οποίους φαινόταν ότι ήταν "constant listeners", για να παραφράσω τον Stephen King) γνώριζαν πλέον καλά τι επρόκειτο να ακούσουν, χωρίς να πολυενδιαφέρονται για μουσικές ετικέτες. Η διαχρονική παρουσία του Dirk Polak, όπως τον γνωρίσαμε σε όλες τις φάσεις από τους Mecano μέχρι και τους Mecano Un-Ltd., αποτελούσε εγγύηση ότι η βραδιά θα ήταν πολύ όμορφη, καθώς και ότι το σετ τους θα περιλάμβανε και τραγούδια από το παρελθόν, παρά την πρόσφατη κυκλοφορία τους (κάτι που δε συμβαίνει και τόσο συχνά).

Υπήρχε αρκετός κόσμος κάμποση ώρα πριν την αναγγελθείσα έναρξη του σετ, αποτελούμενος όχι μόνο από ενήλικες που είχαν ζήσει την πορεία των Mecano σε "πραγματικό χρόνο", αλλά και πολλούς νεότερους που γνώρισαν όλες τις μορφές που στο πέρασμα των χρόνων πήρε το συγκρότημα μέσα από τις (θεωρούμενες ως αυτονόητες εδώ και μερικά χρόνια) τεχνολογικές εξελίξεις. Αυτές, που όχι μόνο στερήθηκε η μπάντα στο ξεκίνημά της, αλλά ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας στα τέλη των '70s και καθόλα τα '80s. Δηλαδή σε μια εποχή που το "word of mouth" μαζί με τον παντοκράτορα μουσι8κό τύπο έχτιζαν τη φήμη ενός συγκροτήματος, καταδικάζοντας εκ προοιμίου σχεδόν κάθε είδους μετριότητα (είπα "σχεδόν" και δε σκεφτόμουν μόνο τις κατά καιρούς αστήρικτες δισκογραφικά υπερβολές του ΝΜΕ). Όλοι αυτοί λοιπόν που γέμισαν ασφυκτικά το Death Disco ήξεραν πολύ καλά ότι θα παρευρεθούν σε μια "αλλοτινή" και σίγουρα ποιοτική συναυλία, που διεκδικεί τη θέση της στο παρόν, σε πείσμα των συνθηκών που επικρατούν. Και, φυσικά, δεν διαψεύσθηκαν.
Περιορίζοντας στο ελάχιστο την προοικονομία, σπεύδω να πω ότι, δυστυχώς, δεν ακούσαμε το Face Cover Face, αν και δεν το λες αποκλεισμένο από κάποια σχετικά πρόσφατα setlists τους. Δεν πειράζει (και τόσο) όμως, αφού έπαιξαν τα άλλα που θέλαμε. Δηλαδή, όχι και όλα, αφού κάποια που λατρεύω προσωπικά δεν προσφέρονται για δημόσιες εκτελέσεις (αλλά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, γιατί όχι; Για τους Mecano δε μιλάμε;)
Η ώρα ήταν 21.58' όταν άνοιξε δρόμο ανάμεσά μας σπρώχνοντας για να ανεβεί στη σκηνή ο κιθαρίστας και πληκτράς Mick Ness. Σχεδόν αμέσως μετά πήρε θέση και ο ντράμερ Sin Banovic, για να ακολυθήσουν σε λίγο ο κιθαρίστας Mark Ritsema και ο (καλύτερος της βραδιάς, κατά τη γνώμη μου) μπασίστας Peter Jessen. Οι δύο τελευταίοι δε χρειάστηκε να μας σπρώξουν, γιατί ήμασταν υπονοιασμένοι και παραμερίσαμε (όσο ελάχιστα μπορούσαμε). Ενώ το keyboard του Ness έπαιζε στον αυτόματο, εμφανίστηκε κι ο Dirk Polak, για να πέσουν οι πρώτες νότες του Room for Two στις 22.03'. Κι ενώ αυτές ακούγονταν, ο πάντοτε συμπαθής Dirk επιβεβαίωσε την ευγένεια που ανέκαθεν τον διέκρινε, μοιράζοντας τριαντάφυλλα σε κάποιες από τις κοπέλες που στέκονταν στην πρώτη γραμμή.

Χρειάζεται να πω ότι η μπάντα το απολάμβανε όσο κι εμείς; Μάλλον όχι, αλλά το γράφω, για όσους δε μπόρεσαν να παρευρεθούν το συγκεκριμένο βράδυ ή σε οποιαδήποτε παλαιότερη συναυλία τους. Η συναυλία των Mecano Un-Ltd. της Παρασκευής είχε ένα πολύ δυνατό "χαρτί": τη rhythm section των Banovic και Jessen. Κι αυτό το συνειδητοποιήσαμε μόλις από το δεύτερο τραγούδι που έπαιξαν, το οποίο ήταν το Utopia. Για μια στιγμή ο Dirk φάνηκε λίγο κουρασμένος και κάθισε, αλλά πολύ σύντομα η βραδιά και οι αντιδράσεις του κοινού τον συνεπήραν, με αποτέλεσμα οι αντοχές του και ιδίως τα φωνητικά του να βελτιώνονται διαρκώς. Ο Ness έπιασε για πρώτη από τις αρκετές φορές την κιθάρα του στο Meccano, ενώ ο πρώτος -από τους αρκετούς- χαμός έγινε με το Permanent Revolt, που έχω την εντύπωση ότι ερμήνευσε καλύτερα από όλα ο Dirk, αναφωνώντας στο τέλος "Revolution time". ΟΚ, Dirk. Πώς να μη συμφωνήσουμε, όταν ειδικά εσύ αναφέρεσαι πρώτα στην εσωτερική επανάσταση;
Ύστερα ο φρόντμαν των Mecano Un-Ltd., ο οποίος φαινόταν να βιώνει με ήπια απόλαυση και γλυκύτητα την αγάπη του κοινού που εισέπραττε και εισπράττει πάντοτε στην χώρα μας, μάς είπε ότι χαίρεται που βρίσκεται και πάλι στην πόλη μας, βγάζοντας μέρος των συναισθημάτων του μέσα από τους στίχους του Noble Bliss, που στη ζωντανή και λίγο πιο δυνατή από εκείνη του στούντιο εκτέλεσή του μου θύμισε επίσης την παλιά καλή φάση των Simple Minds. Ομολογώ πως το Modus Operandi ακούστηκε πολύ, μα πολύ, καλύτερο, σε αντίθεση με το Obsolete, μετά το τέλος του οποίου έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις των μελών της μπάντας. Επιτρέψτε μου να πω για μια ακόμα φορά ότι αυτή η αυτονόητη ενέργεια, που παραλείπεται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, φανερώνει κάτι για τη στάση (δε θέλω να πω για το ποιόν) εκείνου που κρατά το μικρόφωνο. Για μένα δεν ήταν έκπληξη που ο -όπως προείπαμε ευγενής- Dirk επανέλαβε τις συστάσεις πριν ολοκληρωθεί το σετ τους.
Το καλύτερο μέχρι εκείνη τη στιγμή της βραδιάς αποδείχτηκε ότι ήταν το Robespierre's Re-Marx, που ξεσήκωσε το κοινό, όπως και το αειθαλές Statement of the Artist as an Old Man, που είχε ένα αληθινά υπέροχο κρεσέντο και στίχους που φάνηκαν πως εκφράζουν τον ερμηνευτή τους περισσότερο από κάθε άλλους στην παρούσα φάση της ζωής του. Στη συνέχεια ο... ιδρωμένος πλέον Dirk ξεκούμπωσε το σακάκι του, με αποτέλεσμα να φανεί το -γνωστό- μπλουζάκι που έχει χειρόγραφα γραμμένη τη λέξη "Χαρμολύπη". Το ατμοσφαιρικό Condition Humaine ακούστηκε πομπώδες, για να δώσει τη θέση του στην... έκπληξη (για μένα) της βραδιάς λόγω ιδιαίτερα παρατεταμένου χειροκροτήματος, που ήταν το δυνατό και πανέμορφο Note of a Stroll in Spring. Σε ανάλογο μήκος... έντασης κινήθηκε και το In Still Life, για να έρθει η σειρά του εκ των κορυφαίων της μουσικής τους διαδρομής Links, το οποίο ο Dirk προλόγισε αυτοσαρκαστικά λέγοντας μια σύντομη ιστορία με έναν παπαγάλο που έβγαζε ήχους ανάλογους με εκείνους της εισαγωγής του τραγουδιού, που, όπως μας είπε, περιγράφει εν συντομία ολόκληρη τη ζωή του. Η μαγική ατμόσφαιρα των '80s κατάκλυσε κάθε σπιθαμή του Death Disco, θυμίζοντας το μεγαλείο της σε όλους όσους την έζησαν. Ειλικρινά δεν υπήρχε καλύτερος επίλογος από το συγκεκριμένο τραγούδι, που ολοκληρώθηκε στις 23.05'.

Επειδή όμως, όπως χιουμοριστικά παραδέχτηκε ο Dirk, δεν υπήρχε κοντινός χώρος για να αποσυρθούν, έμειναν επί σκηνής περνώντας στο (πρώτο όπως -ευτυχώς- αποδείχτηκε) encore που κατά δήλωσή του θα αποτελούνταν από τέσσερα τραγούδια. Η αρχή έγινε με το μάλλον αδύναμο Club Solitaire, που υπερτόνισε το μεγαλείο του επόμενου ανεξίτηλου post-punk ογκόλιθου που λέγεται Escape the Human Myth. Επιλέγω την ενός λεπτού σιγή, για να μην το αδικήσω, επαινώντας το ίσως λιγότερο από όσο του αξίζει. Σωστά φαντάζεστε ότι έγινε χάος. Μα, πώς αλλιώς; Κι αν νομίζετε πως οι τόνοι έπεσαν, μάθετε πως έχετε λάθος, αφού ακολούθησε το ακόμα πιο αγαπημένο από το προηγούμενο (όχι για μένα όμως, μυλαίδη) εξαιρετικό και εθιστικό Untitled, κατά το οποίο οι στίχοι του Μαγιακόφσκι απογειώθηκαν με τη ρυθμική συμμετοχή του κοινού δια των χειρών του (το έγραψα πιο καθαρευουσιάνικα, because "I know the toxin of words").
Πάνω που περίμενα εναγωνίως να ακούσω το τέταρτο τραγούδι, βλέπω τον Dirk να κατεβαίνει από τη σκηνή και να έρχεται δίπλα μου. Και τότε νιώθω μια σκοτοδίνη, συνειδητοποιώντας πως ίσως δε θα ακούσω το ανυπέρβλητο εκείνο τραγούδι, που όπως είχα γράψει πάλαι ποτέ "έβαλε την ταφόπλακα στο new wave", αποσπώντας το εξόχως κολακευτικό σχόλιο του Dirk ότι το συγκεκριμένο κείμενό μου ήταν ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για τους Mecano. Βλέποντας όμως τους άλλους τέσσερις μουσικούς με τα όργανα ανά χείρας αναζωπυρώθηκε η ελπίδα μου και δεν του είπα αυτό που ήθελα να ουρλιάξω: "Πώς φεύγετε χωρίς να παίξετε το To Life's Re-Union;" Ύστερα σκέφτηκα αυτό με τα καμαρίνια και πριν καλά - καλά αναθαρρήσω κι άλλο, άκουσα τις πρώτες νότες και είδα τον Dirk να ανεβαίνει στη σκηνή τραγουδώντας "Then days appeared / to end up slow...". Το μόνο "δυστυχώς", αγαπητέ μου Dirk, είναι ότι τώρα πια οι μέρες τελειώνουν πολύ πιο γρήγορα... Στις 23.23' που οι τελευταίες μεγαλειώδεις νότες του έσβησαν, βγήκα από το χώρο έχοντας μέσα μου φωτισμένο ένα κομμάτι εκείνου του κόσμου που έζησα και έχω όσο λίγα αγαπήσει.
Κείμενο / Φωτογραφίες: Τάκης Κρεμμυδιώτης



